ELIAS KOURKOUTAS | CABALLOS EN LA SOLEDAD DEL DESEO

ELIAS KOURKOUTAS

ΗΑΡΧΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
αγαπάμε αυτό που
μας κάνει άντρες και γυναίκες
παιδιά της ηλικίας
πατέρες του εαυτού μας
ένα δέντρο που φύτεψε
ένας πρόγονος
και το λατρέψαμε
γιατί είχε μέσα του
βροχή και αίμα
και δίπλα σπείραμε φυτά
και προσδοκίες
και βάλαμε στοιχήματα
με τον εαυτό μας

κι ύστερα ένας άντρας
χλωμός σαν άρρωστος ήλιος
μας πλησιάζει
κουβαλώντας στην πλάτη
μια νταμιτζάνα κρασί
φορώντας τα παπούτσια
και τις κάλτσες
του νεκρού πατέρα


PRINCIPIO Y FINAL DEL AMOR
amamos lo que nos
hace hombres y mujeres
niños mayores de edad
nuestros propios padres
un árbol plantado
por un ancestro
regado con lluvia y sangre
a su lado sembramos plantas
y expectativas
y hacemos apuestas
con nosotros mismos

hasta acercársenos
un hombre enfermo
con la palidez del sol
que lleva una jarra de vino
colgada en la espalda
con los zapatos y medias
del padre fallecido


ΤΑ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΑ ΣΚΟΤΩΝΩ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ

I.
Τα απογεύματα σκοτώνω
τον πατέρα
τα βράδια τον κρατώ στην σκέψη
μέσα μου
τον κουβαλώ τραυματισμένο
σαν Οδυσσέα ύπουλο
και κύκλωπα παράλυτο

είμαι ο οργισμένος γιος
η κόρη με την ανοιχτή καρδιά
που κρέμεται στο δρόμο

II.
Τα πρωινά ξυπνάω τον πατέρα
τα μεσημέρια τον κρατώ δεμένο στο κρεβάτι,
στην πλάτη τον κουβαλώ
ταριχευμένο
τα βράδια τον αφήνω
ξέσκεπο στο δρόμο
για να μπορώ ακόμη να προσεύχομαι

III.
Σαν τον Τηλέμαχο κι εγώ
αγωνιώ για την επιστροφή του
μα ο πατέρας μου
ήταν πάντα εδώ
αφού την Τροία
την κουβαλούσε μέσα του


POR LAS TARDES MATO A MI PADRE
I.
Por las tardes
mato a mi padre
por las noches
lo cargo en el pensamiento
lo llevo ebrio
como el astuto Odiseo
un paralizado cíclope

Soy el furioso hijo
la hija con el abierto corazón
que pende sobre la calle

II.
Por las mañanas
despierto a mi padre
al mediodía
lo mantengo atado a la cama
lo llevo embalsamado
sobre la espalda
al anochecer lo suelto desnudo
a la calle para que pueda rezar

III.
Como Telémaco
anhelo su regreso
pero mi padre siempre
estuvo aquí
porque llevaba
a Troya dentro


ΟΙ ΔΥΝΑΤΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ
Οι γυναίκες είναι δυνατές
όταν εγκυμονούν
είπε κάποιος,
κουβαλάνε στη κοιλιά τους
το παιδί και τον άντρα μαζί

Εγώ ξέρω μια γυναίκα εγκυμονούσα σε κατάθλιψη
μια άλλη στην εμμηνόπαυση σε κατάθλιψη
η μητέρα μου είχε κατάθλιψη

Ο πατέρας μου σκότωσε πολλά παιδιά
το ένα μετά το άλλο
το πιο αδύναμο μέσα του

Τα παιδιά που επέζησαν
κλείδωσαν τα παιγνίδια
στη ντουλάπα
τα σώματα στους τοίχους
κυοφόρησαν ένα πληγωμένο ελάφι
και σαν να επέστρεψαν στον κόσμο
μετά το θάνατο τους

Κι έτσι γίναμε αυτό που η Άρεντ είδε
κάτω από το μαύρο πέπλο του κοινού πολίτη
ο φόνος, παιγνίδι και φαντασίωση
ανθρώπων που επιβιώνουν
στην κοιλιά μιας καταθλιπτικής μητέρας

Οι γυναίκες είναι δυνατές όταν κυοφορούν
κι οι άντρες όταν σκοτώνουν


LAS MUJERES FUERTES
Las mujeres son fuertes
cuando están embarazadas
dijo alguien, llevan en el vientre
al niño y al hombre juntos

Conocí a una mujer
embarazada y con depresión
otra con menopausia y depresión
incluso mi madre se deprimía

Mi padre mató a muchos niños
uno tras otro, los más débiles, en sí mismo

Los sobrevivientes
encerramos los juguetes en el armario
fijamos los cuerpos a las paredes
damos a luz un venado herido
y vencemos a la muerte

Así nos convertimos en lo que Arendt
observó en el velo negro del ciudadano común:
el asesinato, el juego y la fantasía
de quienes sobreviven en el vientre
de una madre deprimida

Las mujeres son fuertes cuando están embarazadas
y los hombres cuando asesinan


ΕΜΕΙΣ/ ΑΥΤΟΙ

ΑΥΤΟΙ
Άντρες φουγάρα
τις Κυριακές
τ’ απομεσήμερα
γραβάτες στο πάτωμα
σκέψεις σκληρές
άλογα ατίθασα
στη μοναξιά της επιθυμίας
άντρες χωμένοι στις πολυθρόνες
σαν πτώματα απλωμένα
και πάνω τους άσπρα σεντόνια
σαν για να κρατάνε τη φρεσκάδα
του νεκρού,
αυτοί ήταν οι πατέρες μας

ΕΜΕΙΣ
Είναι που πορευτήκαμε νωρίς
είναι που πήραμε και δώσαμε πολλά
από τις μανάδες και τις εποχές
είναι που αγαπήσαμε
χωρίς να το γνωρίζουμε
και ψάχνουμε σαν τους τυφλούς
να μάθουμε τα χρώματα


NOSOTROS/ELLOS

ELLOS
Hombres que fumaban
los domingos por la tarde
con las corbatas en el suelo
pensamientos de resistencia
indómitos caballos en
la soledad del deseo
hombres en sillones
arropados con sábanas blancas
como para mantener la frescura
de sus tendidos cadáveres
Estos fueron nuestros padres

NOSOTROS
Nos marchamos temprano
dimos y tomamos mucho
de nuestras madres y estaciones
amamos sin saberlo
y buscamos como los ciegos
aprender los colores

Versión al español: María Del Castillo Sucerquia


ELIAS KOURKOUTAS nació en Larissa, Grecia. Es poeta, psicólogo clínico y profesor de psicología. Director del Laboratorio de Psicología y de una Maestría en la Universidad de Creta. Es coordinador de la rama de Psicología Clínica de ELPSE (Sociedad Helénica de Psicología). Ha publicado numerosos artículos en prestigiosas revistas literarias griegas como Poein, Frear, Bibliotheque, Fractal, Neo Planodion, Odos Panos, Thraka, Exitirion, Chartis, Monocle, entre otras. También ha publicado en italiano. Es autor de un libro de poemas en francés y de un texto crítico sobre la poesía de Sotirios Pastakas. Su último libro de poemas publicado se titula The Dog of Love (El perro del amor), Topos, Atenas, 2021.


 

Categorías