UNA CONVERSACIÓN DEL ESPÍRITU | NATASA ATHIAINITOU- KYPRIANOU

ΜΕΤΑΒΑΣΗ
Με τον καιρό τα γκράφιτι
πληθαίνουνε στους τοίχους των πόλεων.
Άλλοτε γίνονται έλκηθρα που ταξιδεύουνε στον ουρανό.
Άλλοτε σφαίρες σε ξύλινες φάτνες  που μεταγγίζουνε φως
[και κάποτε] γλυπτά πουλιών
που εγκαινιάζουν
με τις φωνές τους μια συνομιλία αληθινή
μέσα σε δάση και πλατείες
Ακροατές, παράλογοι ήρωες
με μάτια ανοιχτά
και υπερυψωμένα μέτωπα
κάνουν τάχατες πως
ακούνε.
Χέρια που βγάζουν φτερούγες
από ατσάλι
και εκπνοές τσουκνίδας.
Οπτασίες λευκές
γίνονται καθρέφτες
με ηχεία μεγάλα
που θρυμματίζονται
σαν κρύσταλλοι
στις στέγες των σπιτιών.
Και η βροχή σαν πέφτει
ασταμάτητα
στις καμινάδες φτωχικών
με τζάκια που αχνίζουν
επιτάσσει όσο ποτέ
την ανάγκη
μιας συνύπαρξης.
Γιατί γνωρίζει πως αυτό που είμαστε
από όλα όσα αισθανθήκαμε
με τους άλλους
δεν είναι παρά μια μετάβαση
από μια αλαλία επιγενετική
– καθώς λεν-
σε μια συνομιλία ουσίας
που οδηγεί τελικά σε αυτό που ονομάζουμε
ζωή.


TRANSICIÓN
con el tiempo, los grafitis se extienden
por las paredes de la ciudad
a veces, trineos viajan por el cielo
a veces, esferas brillan sin cesar
en pesebres de madera
-una vez- pájaros inauguraron
con sus voces, una verdadera conversación
en las plazas y los bosques
oyentes, héroes irracionales
con los ojos abiertos y
las frentes en alto, fingían escuchar
con las manos extraían alas de acero
y emanaciones de ortiga
las blancas apariciones se tornan espejos
con grandes parlantes que se rompen como cristales
en los techos de las casas
la lluvia cae sin parar
en las chimeneas de los pobres
insistiendo más que nunca
en la necesidad de la convivencia
porque sabe que somos lo que somos
por todo lo que sentimos con los demás
y no es más que una transición
de una estupidez epigenética -como dicen-
en una conversación del espíritu
que, finalmente, conduce
a lo que llamamos vida


DESIRE
Η επιθυμία της στιγμής
ενός Αυγούστου
η επιθυμία των χρυσοστόλιστων Ωρών
που εκπνέουν
μέσα από τις κυψελίδες του χρόνου
τρέχει και
με ταχύτητα φωτός
διαθλάται αδιάφθορη.
Καλπάζει με φόρα
ανάμεσα στα κύματα
με διασκελισμό μεγάλο
πηδά με μαεστρία
πάνω από τις κορυφές των
παγόβουνων
που καμουφλάρουν επιδέξια
μαύρες τρύπες
του Ωκεανού.
Παίρνει σάρκα και οστά
λέπια κι αλμύρα
ουρά και φωνή
-ρήμα αμετάβατο
χωρίς αντικείμενο-
κι αναγεννάται
γαλάζια και λευκή
Σε άλλο σώμα κατοικεί
κι αναδυόμενη
μέσα από αφρούς και κοράλλια
παραδίδεται

στην λαγνεία της πραγμάτωσης.

Παρατηρώ
κρεμμάμενη από ένα σύννεφο
και βλέπω
το έργο να προβάλλεται
επάνω στις φυλλωσιές των δέντρων.


DESEO
el deseo por agosto
el deseo por las doradas horas que
se exhalan a través de las celdas
el tiempo corre ya la velocidad de la luz
se refracta incorruptible
galopa entre las olas con gran paso
salta con maestría sobre las cimas
de los icebergs y camufla
agujeros negros en el océano
toma la carne y los huesos
la cola y las escamas saladas, también la voz
-un infranqueable verbo sin objeto-
y renace azul y blanco, reside en otro cuerpo
emerge a través de espumas y corales
y se entrega a la lujuria de la realización

observo mientras cuelgo de una nube
veo la obra proyectada sobre el follaje de los árboles

ΕΝ ΜΕΣΩ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ
Λαθρεπιβάτες στους δρόμους μιας άδειας πόλης
την ώρα που  θεριεύει
ο φόβος
σαν αγρίμια που βγαίνουνε από κλουβί
αναλογιζόμαστε
πόσο πολύ υποτιμήσαμε
τη φτώχεια.

Τα πανωφόρια στο ντουλάπι ακίνητα.
Τα αρώματα και τα κραγιόν πεταμένα.
Το σαλόνι με τις πορσελάνες σχεδόν
προκλητικό.
Τώρα που ζούμε σαν πουλιά
φυλακισμένα
χαιρόμαστε τον ήλιο στα μπαλκόνια
κελαηδώντας.

Προσοχή!
Εκτός από τις εξόδους απαγορεύονται ρητά οι αγκαλιές
και όλων των ειδών οι συνευρέσεις.
Όσες δε γίνονται, πάντα με μάσκες
και γάντια πλαστικά για να συνάδουν με τις αισθήσεις μας.

Είναι όμως  θαρρώ καλύτερη
η πιο τυφλή αφή μας
η πιο γυμνή, μοναχική μας λέξη
κι ακόμη περισσότερο
η κάθε ταπεινή μας σκέψη
από αντικείμενα πολλά και φλύαρα

συναθροίσεις και κουβέντες ανώφελες.

Περπατάμε στην πεδιάδα μιας μισοανθισμένης άνοιξης
κι ό,τι πια αξίζει
μας συντροφεύει.
Το πιο εύφορο έδαφος, άλλωστε
θα είναι πάντα οι ζωές μας.

(19 Μαρτίου20.)


EN MEDIO DE UNA PANDEMIA
contrabandistas en las calles de una ciudad vacía
mientras el miedo reina entre salvajes
que salen de una jaula reflexionando
sobre cuántos hemos subestimado la pobreza

abrigos en el armario inmobiliario
perfumes y labiales en el suelo
la sala de estar con porcelanato es casi sexy
ahora que vivimos como pájaros enjaulados
cantamos regocijados por la presencia
del sol en el balcón

¡precaución!
a excepción de salidas
quedan expresamente prohibidos
los abrazos y toda clase de tertulias
llevar siempre mascarillas de plástico
y guantes para estar en
consonancia con los sentidos

pero se necesita coraje
para la caricia más ciega
la palabra más desnuda y solitaria
y, aún más, el modesto pensamiento
tanta palabrería vana, objetos
y conversaciones inútiles

caminamos en la llanura de una
primavera a medio florecer
y todo lo que vale
la pena nos acompaña

el suelo más fértil, después de todo
siempre será nuestra propia vida

(marzo de 1920).


ΥΠΕΡΗΡΩΕΣ

                                     Στον αδελφό μου τον γιατρό

Είναι Απρίλης και τα λουλούδια
δεν εκπληρώνουν το σκοπό τους
ούτε τα σμήνη των πουλιών.

Πιο άτρωτοι από ποτέ
υποδεχόμαστε μονάχα
αναμνήσεις.
Τα οχήματα στους δρόμους
κίτρινα, μεγάλα.
Τρέχουνε με ιλιγγιώδη ταχύτητα
μεταφέροντας διάφορα:

⠀⠀⠀⠀⠀Ψυχές
⠀⠀⠀⠀⠀κρεβάτια
⠀⠀⠀⠀⠀σύνεργα αναπνοής
⠀⠀⠀⠀⠀πράσινες στολές

για ανθρώπους αφανείς
κι ανώνυμους
ταγμένους χρόνια
στο κοινό καλό
την ώρα που τα διαγγέλματα
επιτάσσουν:

⠀⠀⠀⠀⠀Κλείστε τα σύνορα.
⠀⠀⠀⠀⠀Σφραγίστε τις θάλασσες και
⠀⠀⠀⠀⠀τα βουνά.
⠀⠀⠀⠀⠀Κλειδώστε τις εκκλησιές
⠀⠀⠀⠀⠀και τα σχολειά.

Φυλάξτε τη ζωή σας στο μπαούλο
μέχρι  νεωτέρας [ειδοποιήσεως].
Απομονώστε τους νοσούντες.
Σφραγίστε το στόμα και τη μιλιά σας.
Φυλάξτε τα συναξάρια
και τα δισκοπότηρα
Έξω αναστεναγμοί!

Τα νούφαρα νιώθουν μοναξιά
στις λίμνες.

Ώρα για περισυλλογή!

Αν κάποιοι δεν μάθαμε να προσκυνάμε
ας τραγουδήσουμε.
Όσοι δεν έχουμε φωνή
ας φυτέψουμε  στην αυλή μας
βασιλικό και δυόσμο
κι όσοι δεν έχουνε χέρια
ας ψηλαφίσουν με το βλέμμα
τον ουρανό.
Τώρα όλα  φαντάζουν μακρινά.
Μονάχα κάποιοι αθώοι υπερήρωες

⠀⠀⠀⠀⠀δίχως μάνα
⠀⠀⠀⠀⠀και δίχως πατρίδα
⠀⠀⠀⠀⠀παιδιά όλου του κόσμου
⠀⠀⠀⠀⠀πνιγμένοι σε στολές
⠀⠀⠀⠀⠀και γάντια πλαστικά

ρίχνονται στη μάχη
αγέρωχοι
με όπλο τη ψυχή τους
χορεύοντας
κάθε στιγμή και κάθε λεπτό
παρέα με το θάνατο.
Βοηθήστε τους να επαληθεύσουνε
τα όνειρά μας!
Να πλέξουμε όλοι μαζί στεφάνι του Μαγιού

πριν έρθει καλοκαίρι
γιατί όσοι ακόμη τραγουδάμε
γνωρίζουμε πολύ καλά
σε ποιους στ’ αλήθεια το χρωστάμε…

(Απρίλης 2020)


SUPEROÍDOS

A mi hermano el doctor

es abril y no cumplen su cometido
las flores, tampoco las bandadas de pájaros

más invulnerables que nunca
sólo damos la bienvenida a los recuerdos
vehículos grandes y amarillos
corren a una velocidad vertiginosa, llevan
⠀⠀⠀⠀⠀almas
⠀⠀⠀⠀⠀camas
⠀⠀⠀⠀⠀aparatos de respiración
⠀⠀⠀⠀⠀uniformes verdes

para invisibles y anónimas gentes
luchando, hace años, por el bien común
los sermones ordenan que se cierren

⠀⠀⠀⠀⠀las fronteras
⠀⠀⠀⠀⠀los mares y las montañas
⠀⠀⠀⠀⠀las iglesias y las escuelas

guarda tu vida en el maletero hasta nuevo aviso
aísla a los enfermos, tápate la boca antes de hablar
sostén el synaxarion y el cáliz ¡no respires!

si alguno de nosotros no ha aprendido a orar, cantemos
los que no tenemos voz plantemos albahaca y menta en el jardín
los que no tienen manos que sientan el cielo con los ojos

ahora todo parece lejano, tan sólo avistamos
ciertos inocentes superhéroes en todo el mundo

⠀⠀⠀⠀⠀sin madre
⠀⠀⠀⠀⠀sin techo
⠀⠀⠀⠀⠀asfixiados bajo uniformes
⠀⠀⠀⠀⠀guantes de plástico

son lanzados a la batalla con arrogancia
les apuntan con las armas
sus almas bailan a cada instante
en compañía de doña muerte

¡ayúdalos a realizar nuestros sueños!
tejamos todos una corona maya
antes de que llegue el verano
porque quienes aún cantamos sabemos
muy bien a quiénes se lo debemos

(abril del 1010)


ΜΑΥΡΟΙ ΚΥΚΝΟΙ
Υδρόβια πουλιά της γενεάς των Νησσιδών
συχνά στις όχθες επιπλέετε
και με γοργά κτυπήματα φτερών
σε διαγώνιους σχηματισμούς
την ερημία του ουρανού παρηγορείτε.
Μετανάστες μουγκοί
πέρα απ’ τη θάλασσα του βορρά
βγαλμένοι από παραμύθι
τσαλαβουτάτε σε διάφανα νερά
να ξεγελάσετε την πείνα σας
και το ένα πόδι πίσω απ’ την πλάτη σας
περίτεχνα διπλώνετε μες στη σιωπή
να μη σας πουν υπάκουους και δειλούς.

Κάποτε πλέκατε στεφάνια από δάφνες και χρυσό.
Κάποτε συγγράφατε εσείς τους νόμους
σε πάπυρους φτιαγμένους με λωτό
εκεί που τα επιμέρους δε μεταβάλλανε το σύνολο
και οι κλιμακώσεις απουσίαζαν οικτρά.
Εκεί που η μικρή σας αδερφή ακόμα πλέκοντας ψιθυρίζει:
Το νερό μαλακώνει τον βράχο.
Θα κάνω υπομονή. Θα βρω τ’ αδέρφια μου.

Στην άκρη όμως του παραμιλητού
μια ήπειρος γηραιά σας περιμένει
για να λουστείτε μες τα ιαματικά νερά
κάποιας αρχέγονης πηγής
που διαψεύδει την ανυπαρξία της.
Εκεί στη χώρα του απρόβλεπτου και του τυχαίου
μεταμορφώνεστε.
Kαι επιστρέφετε.

Έντεκα μαύρα πουλιά σκίζοντας τον ουρανό
επιστρέφετε.
Έντεκα μαύροι κύκνοι, βασιλιάδες πια.
Επιστρέφετε.
Φαινόμενα σπάνια μιας υψηλής
μα ανατρεπτικής τυχαιότητας.
Έντεκα πουκάμισα φτιαγμένα από αγάπη
πέφτουν απαλά στην πλάτη σας.
Άξαφνα ακούγεται βροντή.
Έντεκα πρίγκιπες υποκλινόμενοι στο αιώνιο Καλό
πιασμένοι χέρι χέρι με ένα κορίτσι παραδομένο στο όνειρο.
Γιατί το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε
είναι να είμαστε λιγότερο εως καθόλου βέβαιοι
για όλα.


CISNES NEGROS
estas acuáticas aves de la generación
de los isleños, suelen flotar en las orillas
con rápidos aleteos en ondulantes formaciones
alivian la desolación del cielo
silencioso inmigrante que cruza el mar del norte
como sacado de un cuento de hadas
braceas por las claras aguas para engañar tu hambre
una sigilosa pierna empuja tu espalda
para que no te llamen cobarde o borrego

una vez tejiste coronas de oro y laurel
una vez escribiste las leyes en un papiro de loto
donde el individuo no cambió del todo
y, con amargura, las ascensiones estuvieron ausentes
donde tu hermanita aún susurra mientras teje
el agua mina la roca… será paciente
encontraré a mis hermanos

al final de la historia, sin embargo
un viejo continente te espera para
bañarte en las termales aguas de un
manantial primordial que niega su existencia
allí, en la tierra de lo impredecible y lo occidental
te transformas, y regresas

once aves negras rasgan el cielo en reversa
once cisnes negros, reyes ahora… vas a volver
son raros fenómenos de una elevada
y subversiva coincidencia

once camisas hechas de amor
caen apacibles sobre tu espalda
de repente, un trueno
once príncipes se inclinan ante la eternidad
agarrados de la mano de una niña
entregada al sueño

porque lo mejor que pueden hacer
es estar poco o nada seguros
de cualquier cosa

Versión al español: María Del Castillo Sucerquia


NATASA ATHIAINITOU- KYPRIANOU (Limassol, 1972) es una poeta y profesora griega. Estudió pedagogía en la Academia Pedagógica de Chipre, la Universidad de Atenas y la Universidad de Saint Louis (MA en Currículo e Instrucción). Trabaja como docente en educación primaria desde 1992. Escribe poesía desde el 2013. Sus poemas han sido publicados en numerosos sitios web, antologías y revistas literarias. Es autora del poemario Με ή χωρίς πεταλούδες (Con o sin mariposas), publicado por Αφή (Chipre, 2020).

Leave a Comment

Categorías